αἰζηός

αἰζηός
in full bodily strength
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιζηός — αἰζηός, ο (Α) 1. ως επίθ. ρωμαλέος, δυνατός, δραστήριος 2. ως ουσ. άνδρας, πολεμιστής, παληκάρι. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολογίας, όπως αβέβαιη είναι και η ακριβής σημ. τής λ. Η επικρατέστερη άποψη (τού Danielsson), που παράγει τη λ. < *αἰζα Fos… …   Dictionary of Greek

  • αἰζηόν — αἰζηός in full bodily strength masc/fem acc sg αἰζηός in full bodily strength neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰζηοῖο — αἰζηός in full bodily strength masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰζηοῖς — αἰζηός in full bodily strength masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰζηοῖσι — αἰζηός in full bodily strength masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰζηοῖσιν — αἰζηός in full bodily strength masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰζηοί — αἰζηός in full bodily strength masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰζηοῦ — αἰζηός in full bodily strength masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰζηούς — αἰζηός in full bodily strength masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰζηῶν — αἰζηός in full bodily strength masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.